A Manual on Work and Happiness

Γιάννης Ρίτσος

Το ιστορικό της ζωής και της Τέχνης του

17.03.2016

1927 – 1928        Πρωτοεμφανίζεται ποίημά του στο φιλολογικό παράρτημα της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας, ενώ από παιδί ακόμα είχε δημοσιεύσει στη Διάπλαση των Παίδων μερικά πρωτόλεια.
    Όταν βρέθηκε να νοσηλεύεται για κάποιο διάστημα στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και στη συνέχεια του Αγ. Ιωάννη στα Χανιά, δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα του τοπικού «Παρατηρητή» μια σειρά από πεζά με τον τίτλο: «Από το Ημερολόγιο ενός φθισικού».
1934    Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα Τρακτέρ» Τα Τρακτέρ, πέρα από όποιες αδύνατες πλευρές, είναι ένας σταθμός μέσα στην ποίηση και τη λογοτεχνία της εποχής. Η ανερχόμενη τότε Εργατική Τάξη, με τους αγώνες της και με τις τρομερές διώξεις που εξαπέλυε εναντίον της η Αστική Τάξη, είχε κερδίσει τη συμπάθεια των Νέων Δημιουργών. Ο Ρίτσος τάσσεται ανεπιφύλακτα στο πλευρό των Εργατών και συνεχίζει το δρόμο που είχε χαράξει ο Βάρναλης και ένα πλήθος άλλων δημιουργών. Συνειδητά εντάσσεται στην πολιτική πρωτοπορία της Εργατικής Τάξης, στο Κ.Κ.Ε. Αυτό το δρόμο ο Ρίτσος, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Τον ίδιο χρόνο εκδίδει και τη δεύτερη ποιητική συλλογή του τις «Πυραμίδες», που είναι φανερά επηρεασμένη από το κλίμα του  αγαπημένου του ποιητή Καρυωτάκη.
1936    Η ιδεολογική και η ποιητική ωριμότητα του ποιητή.  Το Μάη γίνεται στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη απεργία των καπνεργατών. Ο λαός εκδηλώνει την αλληλεγγύη του με απεργίες συμπαράστασης. Η Χωροφυλακή, χωρίς δισταγμό χτυπάει στο ψαχνό τους απεργούς για να σπάσει το αγωνιστικό τους φρόνημα και οι δρόμοι της πόλης βάφονται με αίμα. Στις 10 του Μάη, τη μέρα της κηδείας, ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει τη φωτογραφία του πρώτου νεκρού απεργού. Είναι ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Στο σταυροδρόμι Συγγρού και Πτολεμαίων. Οι σύντροφοί του τον τοποθετούν πρόχειρα σε μια πόρτα που ξήλωσαν απο κοντινό γιαπί, αποφασισμένοι να τον μεταφέρουν στο Διοικητήριο. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται η χαροκαμένη μάνα. Αγκαλιάζει το άψυχο παλικάρι της κι αρχίζει να μοιρολογεί. Στέκει ακίνητη. Δεν κουνά από την άκρη του δρόμου. Ντυμένη στα μαύρα, σκυφτή, με τα λευκά μαλλιά της λυμένα, τα στήθη γδαρμένα. Πασχίζει να κρύψει με το σώμα της, να προστατέψει το άψυχο κορμί του μονάκριβου γιού της. Ανασηκώνει για λίγο το βλέμμα και λιποθυμάει. Σε λίγο συνέρχεται. Ακούει τα συνθήματα των οργισμένων διαδηλωτών κι αμέσως παίρνει την απόφαση. Αρχίζει κι αυτή να φωνάζει τα συνθήματα των απεργών και μπαίνει αποφασιστικά επικεφαλής στην πορεία.

Ο Ρίτσος βλέπει στο Ριζοσπάστη τη φωτογραφία της μάνας που σπαράζει πάνω στο σκοτωμένο παιδί της, με ολάνοιχτα τα χέρια της σα λαβωμένες φτερούγες και συγκλονίζεται. Κλείνεται στη σοφίτα της οδού Μεθώνης και μέσα σε συνεχείς αιμοπτύσεις από τη φυματίωση που τον βασανίζει, γράφει μέσα σε δυό μερόνυχτα, γράμμα το γράμμα, λέξη τη λέξη, αράδα την αράδα, 14 από τα είκοσι συνολικά ποιήματα. Έτσι γεννήθηκε ο Επιτάφιος. Ένα μοναδικό λαϊκό ποιητικό αριστούργημα που χτίστηκε πάνω σε μια αληθινά τραγική και τραγικά αληθινή ιστορία. Ο Ριζοσπάστης δυό μέρες μετά, στις 12 του Μάη, δημοσιεύει τρία από τα ποιήματα με τον τίτλο «Μοιρολόι».

Τα τελευταία χειρόγραφα του Επιτάφιου είναι κόκκινα. Όχι μεταφορικά. Είναι στ’ αλήθεια κόκκινα, βαμμένα με το αίμα του ποιητή μας. Τα ξημερώματα της δεύτερης μέρας τον βρήκαν αιμόφυρτο στο τραπέζι, πάνω στα χαρτιά του.
-    Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες –
-    
Το 1937 γράφει «Το τραγούδι της Αδελφής μου» για την αγαπημένη του τη Λούλα που είναι κλεισμένη στο Δαφνί. Ο ίδιος είναι στο σανατόριο της Πάρνηθας. Το ποίημα είναι ένας συγκλονιστικός θρήνος για έναν ζωντανό θάνατο. Για το Τραγούδι της αδελφής μου έγραψε ο Παλαμάς στο Ελεύθερο Βήμα, στις 26 Ιουνίου του 1938 το γνωστό εκείνο:

Το ποίημά σου το πικρό, το ζούν Ιχώρ κ’ αιθέρας,
Καθάριος όρθρος της αυγής, μηνάει το φώς της μέρας.
Σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιάς πλάσης
Ρυθμός. Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις.

-    Το Τραγούδι της Αδελφής μου –

Λίγο πριν να ξεσπάσει ο Πόλεμος του 40, κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και το «Εμβατήριο του Ωκεανού»
Και ακολουθούν τα τρομερά χρόνια. Η Αλβανία του 40 όπου ο λαός μας στερημένος τα πάντα, μέσα σε μια πρωτοφανή έξαρση δημιουργεί την πρώτη ευρωπαϊκή νίκη κατά του φασισμού. Ακολουθεί η Γερμανική εισβολή, η κατοχή, η πείνα, η Μεγάλη Εθνική Αντίσταση και το τίμημα που πλήρωσε ο λαός μας: ανήκουστα μαζικά αντίποινα, σφαγές, εκτελέσεις, λεηλασίες που σε γεμίζουν ντροπή και αποτροπιασμό για το ανθρώπινο είδος. Ο Γιάννης ο Ρίτσος, προσβλημένος και πάλι από την φυματίωση, γράφει την «Τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία», όπου τα δεκανίκια, τα ξύλινα πόδια, το πύον, η μυρωδιά του χλωροφόρμιου, τα ακρωτηριασμένα χέρια, είναι οι ουλές που άφησε η Αλβανία.

 - Η Τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία –
-    
Οι Γερμανοί φεύγουν κι έρχεται ο Δεκέμβρης του 44. Χιλιάδες λαού εγκαταλείπουν την Αθήνα και παίρνουν το δρόμο για τη Λαμία. Ο Ρίτσος ακολουθεί το κλιμάκιο που τραβάει για την Κοζάνη. Μετά τη Βάρκιζα ο κόσμος επιστρέφει στα σπίτια του και πέφτει σ’ ένα καλοστημένο δόκανο. Διώξεις, ξυλοδαρμοί, συλλήψεις, στρατοδικεία, εκτελέσεις. Έπρεπε να διαλέξει: ή τα έκτακτα μέτρα ή ένα καινούργιο αντάρτικο. Ο Ρίτσος μέσα στα χρόνια της τρομοκρατίας από το 45 μέχρι το 47, αυτοσυγκεντρώνεται και μας δίνει δυό σπουδαία ποιήματα, την «Κυρά των Αμπελιών» και τη «Ρωμιοσύνη» που θα εκδοθούν πολλά χρόνια αργότερα.


Ο Ρίτσος πιάστηκε τον Ιούλιο του 48 στην Αθήνα. Εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο Κοντοπούλι της Λήμνου. Εκεί γράφει «Το Ημερολόγιο της Εξορίας», δυό θεατρικά έργα και το «Καπνισμένο Τσουκάλι».
Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες αγωνιστές γεμίζουν τα νησιά Ικαρία, Αη-Στράτη, Γιούρα, Λήμνο. Έσχατο στάδιο αναμόρφωσης, η Μακρόνησος. Ο Ρίτσος μεταφέρθηκε εκεί το Μάη του 49. Πολλά γράφτηκαν γι αυτή τη φρίκη του μεταπολεμικού κόσμου μας. Σε όλη αυτή τη χυδαιότητα, σ’ αυτόν τον κόσμο των βασανιστηρίων και της τρέλας, ο Ρίτσος απαντά υπερήφανα με την άρνησή του να υπογράψει τη δήλωση μετανοίας. Τα πέρασε όλα με θάρρος κι έμεινε πιστός στην αρχή του: Να υπογράφει μόνο τα έργα του. Και γράφει «Τον Πέτρινο Χρόνο», ένα ακόμα ημερολόγιο εξορίας και σχεδιάζει «Τις Γειτονιές του Κόσμου».
Λίγο αργότερα μεταφέρεται στον Αη-Στράτη όπου ολοκληρώνει τις Γειτονιές του Κόσμου, και γράφει «Το Ποτάμι κι Εμείς», ¨Ακροβολισμός», «Ο άνθρωπος με το Γαρύφαλλο» και το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί».

            -Το Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί-

Με τον παράνομο μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. το ποίημα αυτό φεύγει έξω από τη χώρα. Η Ευρώπη ανατριχιάζει. Η προοδευτική διανόηση ξεσηκώνεται. Η παγκοσμιότητα του ποιητή μας αστράφτει σαν την λαχτάρα του λαού μας για λευτεριά. Κάτω από την παγκόσμια κατακραυγή ο Ρίτσος απελευθερώνεται το 52.
Ακολουθούν απανωτές εκδόσεις: «Η Αγρύπνια», «Η Αρχιτεκτονική των Δέντρων», μια Ανθολογία της Ρουμάνικης Ποίησης, Ανθολογία των Τσέχων και των Σλοβάκων ποιητών και παράλληλα μεταφράζει Μαγιακόφσκι, Χικμέτ, Έρεμπουργκ, Γκιλιέν και Ελυάρ.
Το 1954 παντρεύεται τη Φαλίτσα Γεωργίου και τον επόμενο χρόνο γεννιέται η κόρη τους η Έρη. Ο ποιητής της αφιερώνει το «Πρώτο Άστρο».

                -Το Πρώτο Άστρο-

Στο υπόλοιπο της δεκαετίας του 50 και στο μισό της δεκαετίας του 60 ο Ρίτσος δουλεύει μ’ έναν παράφορο ρυθμό και κάθε χρόνο μας δίνει μια πλούσια ποιητική σοδειά: «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος», «Το Χρονικό», «Ο Αποχαιρετισμός», «Όταν έρχεται ο Ξένος», «Το Παράθυρο και η Γέφυρα», «Το Νεκρό Σπίτι», «Κάτω από τον Ίσκιο του Βουνού», «Φιλοκτήτης», «Ορέστης» κι ακολουθούν οι «Μαρτυρίες» 1η και 2η.

 Παράλληλα, τα ιστορικά γεγονότα, οι εκτελέσεις των τελευταίων αγωνιστών, του Μπελογιάννη και του Πλουμπίδη, οι ίντριγκες των Αμερικάνων, οι δολοπλοκίες και η υποτέλεια του παλατιού, και το παρακράτος ωριμάζουν στη συνείδηση του λαού την ανάγκη της Αλλαγής και οδηγούν στην αναπάντεχη εκλογική νίκη της αριστεράς στις εκλογές του 58. Το Σύστημα αναγκάζεται να καταφύγει σε ακατάσχετη βία και νοθεία κατά τις επόμενες εκλογές, το παρακράτος οργιάζει ασύδοτο, καθοδηγούμενο από το παλάτι και τους Αμερικάνους και μετά το αίμα του νεολαίου κομμουνιστή Νίκου Νικηφορίδη έρχεται η άνανδρη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη και ο δρόμος για τη δικτατορία των συνταγματαρχών έχει ανοίξει διάπλατος.

Τη νύχτα της 21ης Απριλίου 1967, ο παράνομος μηχανισμός του Κ.Κ.Ε. ειδοποιεί το Ρίτσο να κρυφτεί. Αυτός αρνείται. Ετοιμάζει τη βαλίτσα του, κάθεται στην πολυθρόνα του και περιμένει. Στις 6 το πρωί, οι ΕΣΑτζήδες που εισβάλουν στο σπίτι του, τον βρίσκουν ξαπλωμένο στην πολυθρόνα του, να καπνίζει ήσυχος το τσιγαράκι του. Μεταφέρεται στον Ιππόδρομο κι αμέσως μετά στο νησί του διαβόλου, τη Γυάρο. Ακολουθεί το Παρθένι της Λέρου και ο ποιητής όλο και γράφει. Οι μαρτυρίες του είναι γεμάτες παροξυσμούς που φτάνουν στο παραλήρημα, παράξενες χειρονομίες, καταστάσεις αλλόκοτες, σαπίλα, σώματα και αγάλματα ακρωτηριασμένα, πρόσωπα τρελών, τυφλών, ανάπηρων, λόγια μετέωρα, πράξεις ασύνδετες, χάσματα της σκέψης στοιχεία απαραίτητα για να καταγραφεί ο παραλογισμός, η παραίσθηση αυτή της νεώτερης εθνικής τραγωδίας. Τον Αύγουστο του 68 αρρωσταίνει και τον μεταφέρουν με τη βία στον Άγιο Σάββα για να μην τους πεθάνει. Ξανά στη Λέρο και τελικά, το Δεκέμβρη του επιτρέπουν να πάει στο σπίτι του στη Σάμο σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Στη Λέρο και στη Σάμο έγραψε: «Πέτρες», «Επανάληψη», «Κιγκλίδωμα», «Χειρονομίες», «Διάδρομος και Σκάλα», «Ελένη», «Ισμήνη», «Η Επιστροφή της Ιφιγένεια», Χρυσόθεμις» τα οποία μόλις έκαναν την εμφάνισή τους στα βιβλιοπωλεία εξαντλήθηκαν αμέσως.

Τον Ιούλιο του 74 η Χούντα γκρεμίζεται, παίρνοντας μαζί της και τη μισή Κύπρο. Ο Ρίτσος συγκλονισμένος από το μαρτυρικό νησί γράφει το ποίημα «Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο».

Μετά τη μεταπολίτευση ο Ρίτσος γνωρίζει τη μεγαλύτερη δυνατή δημοτικότητα και τη γενική λαϊκή παραδοχή. Η ακτινοβολία του περνάει τα σύνορα της χώρας, οι μεταφράσεις του έργου του πυκνώνουν σε πολλές χώρες, οι δημόσιες τιμές που αποδίδονται στον αγωνιστή ποιητή, φτιάχνουν έναν μακρύ κατάλογο και δίνουν τη δυνατότητα να ανακαλυφτεί ένας αληθινά μεγάλος δημιουργός.

Ο Γιάννης ο Ρίτσος βρίσκει σήμερα μια τόσο μεγάλη και μοναδική απήχηση γιατί ανταποκρίνεται στην αγωνία και στις προσδοκίες ενός λαού, με τον οποίο και ο ίδιος πορεύτηκε μαζί του, ακονίζοντας το κοφτερό λεπίδι του λόγου του πάνω στις πληγές και στο αίμα, πάνω στις ελπίδες και στις διαψεύσεις. Ο Ρίτσος έχει ήδη πάρει μια θέση τιμητική στο χώρο της παγκόσμιας ποίησης.
Με τις οραματικές δοξαστικές συνθέσεις του που συγκεντρώνονται στους τόμους «Γίγνεσθαι» και «Επινίκια», ο Ρίτσος ολοκληρώνει την ποιητική του κατάθεση. Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει 100 ποιητικά βιβλία, 4 θεατρικά καθώς και 9 πεζά, με το γενικό τίτλο «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων». Επίσης 12 βιβλία με μεταφράσεις του και ένα βιβλίο με δοκίμια. Οι ξένες εκδόσεις του έργου του, που έχουν μεταφραστεί σε 40 διαφορετικές γλώσσες, ανέρχονται σε 310.
Ο Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοέμβρη του 1990.

Να λείπεις,
δεν είναι τίποτα να λείπεις,
αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα είσαι για πάντα μέσα σε όλα εκείνα
που γι αυτά έχεις λείψει.
Θα είσαι για πάντα μέσα σε όλον τον