A Manual on Work and Happiness

Γιάννης Ρίτσος

Ο Άνθρωπος ως Ποιητής

17.03.2016

Η αλήθεια είναι πως όταν αποκτήσεις την ικανότητα να περπατάς ανεμπόδιστα μέσα στα μυστικά, κακοτράχαλα μονοπάτια της μεγάλης ποίησης, έρχεται η ώρα που μαστιγώνονται τα ρουθούνια σου από της σφαγμένης σάρκας και του σαπισμένου αίματος την ευωδιά.

    Ο άνθρωπος όμως μπορεί να κατορθώσει τα πάντα. Τίποτα δεν του αποκλείεται. Συσπειρώνεται, μαζεύει τη δύναμή του και ξαφνικά επαναστατεί και ανατρέπει στερεότυπα και κανόνες.
    
    Ο Γιάννης ο Ρίτσος έγινε Άνθρωπος κι έγινε και Ποιητής.
Η μια έννοια περιέχουσα, η άλλη περιεχομένη. Κι όλο σκοντάφτουμε και μπερδευόμαστε μαζί του. Ποια είν’ εκείνη που τροφοδοτεί την άλλη; Και κει που λές πως η Ζωή η περιέχουσα τροφοδοτεί την ποίησή του, ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι η περιεχομένη Ποίηση τροφοδοτεί την περιέχουσα Ζωή του.
    Πάλευε καθημερινά κι ανυποχώρητα με τις ατέλειες, με τις ελλείψεις, με τις ζωώδεις επιθυμίες, με τους φόβους του. Και κάθε φορά που έβγαινε νικητής κι άφηνε πίσω του συντριμμένο έναν εχθρό, την ίδια στιγμή ανέβαινε κι ένα ακόμα πιο ψηλό σκαλοπάτι στης ποιήσεως τη σκάλα. Κι όσο πιο ψηλά ανέβαινε στην Τέχνη του τόσο πιο οργανωμένα και δυνατά αντιπάλευε τον καθημερινό του αντίπαλο, τον εαυτό του.

    Η γνήσια Λαϊκή Τέχνη όσο ωριμάζει με τον καιρό, πετάει από πάνω της όλα τα περιττά και τα πρόσκαιρα και φτάνει σε κείνη την ακραία σχηματοποίηση που συγκλονίζει.
    Ο Γιάννης ο Ρίτσος ήταν ένας σχηματοποιημένος. Καθάρισε και πύκνωσε τη μάζα του, λες κι ήταν κανένας αστέρας από τους καινοφανείς. Ήπιος και γλυκύς. Άγριος και ακραίος. Ο Ρίτσος πάντα του ήταν ένας ακραίος. Όλες οι καθημερινές του μάχες ήτανε για ζωή και για θάνατο. Εκεί που τον έβλεπες να λάμπει μέσα στον προσεκτικά σχεδιασμένο και περίτεχνο στολισμό του, εκεί ξαφνικά πέταγε όλα του τα στολίδια κι έμενε μπροστά στους ανθρώπους ολόγυμνος. Παρθένος.
    Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, τον παρεξηγούσαν για πολλά χρόνια. Από βαθειά άγνοια. Αλλά και ηθελημένα. Και για πολλά ακόμα χρόνια, ηθελημένα θα τον παρεξηγούν. Αν μπορούσαν θα τον έριχναν στο πιο σκοτεινό περιθώριο. ‘Όπως έκαναν με πολλούς πρωτοπόρους. Τον έβλεπαν να περνάει μέσα από πολέμους, από κατοχές, από θανάτους των αγαπημένων του, μέσα από τρελάδικα και φθισιατρεία, μέσα από την πείνα και τα κυνηγητά, από τις φυλακές και τις εξορίες, μέσα από τις ζωγραφισμένες πέτρες του και τις αναρίθμητες μεταμορφώσεις της ποίησής του και πολλοί ψιθύριζαν: «Να ένας ωραιοπαθής» «ένας ρομαντικός» ή «να ένας επιτηδευμένος». Φληναφίαι χηνών περί γυπός!  Πως ν’ αντέξουν την εικόνα του Ρίτσου που πέρναγε μέσα από την ανθρώπινη δυστυχία, ευθυτενής, υπερήφανος, τυλιγμένος με το μανδύα της επιτήδευσης, με το μαλλάκι του βαμμένο και καλοχτενισμένο, με το γενάκι του περιποιημένο τρίχα την τρίχα και την ίδια στιγμή να κρατάει ολόκληρο τον ανθρώπινο πόνο στην αγκαλιά του.
    Ο Ρίτσος ήταν ένας επιτηδευμένος. Στα χέρια του η επιτήδευση έγινε όπλο ακαταμάχητο. Είχε το θάρρος να τη φτάσει στα ακραία της όρια. Εκεί που η επιτήδευση αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Και μετατρέπεται στο αντίθετό της. Γίνεται απλότητα και αμεσότητα. Γίνεται σχήμα. Γίνεται ήθος.

    Ποιες σάρκες και ποια κόκκαλα θ’ αντέχανε τη Χαράδρα της Μακρονήσου και τη νύχτα, μέσα στο αντίσκηνο, στο φώς του λαδολύχναρου να γράφει τις «Γειτονιές του Κόσμου», «Το ημερολόγιο της εξορίας» και τον «Πέτρινο Χρόνο»; Ποιες σάρκες και ποια κόκκαλα θ’ αντέχανε να πετιούνται στη θάλασσα μέσα στο τσουβάλι με τις γάτες και τη νύχτα να γράφει «Το ποτάμι κι εμείς», τον «Ακροβολισμό», τον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο» και το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»; Και άλλα και άλλα…….
    Ο καθημερινός άνθρωπος μπορεί να λυγίσει στη δύσκολη ώρα, να ψελλίσει ένα «Ναι», να αποδεχτεί, να παραδεχτεί και να συναινέσει, να βάλει την υπογραφή του κι από κει και πέρα, ώρα του καλή. Το οργανωμένο, το πειθαρχημένο, το πεισματικό, το ανελέητο «Όχι», χρειάζεται την επέμβαση του μυαλού. Η σάρκα και το κόκκαλο πρέπει να υποταχτούν στις προσταγές του μυαλού. Πρέπει να υποταχτούν στη βούληση. Εκεί ο άνθρωπος έχει υπερνικήσει το φόβο του θανάτου, εξυμνεί τη χαρά της ζωής και είναι έτοιμος να πεθάνει για χάρη της. Είναι το ανώτερο στάδιο στον αγώνα του εξανθρωπισμού. Εκεί συναντάμε τον άνθρωπο Κομμουνιστή Και για να ακριβολογούμε, εκεί συναντάμε τον Κομμουνιστή – Άνθρωπο. Η ιδιότητα πρέπει να προηγείται της έννοιας αφού αυτή προσδίδει στην έννοια το περιεχόμενό της.

    Δεν είχα την τύχη να συγκαταλέγομαι στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, όπως λέμε. Το Ρίτσο τον έζησα σε ορισμένες εκφάνσεις της κομματικής ζωής και σ’ ένα πλήθος καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Σε μια απ’ αυτές τις κομματικές συγκεντρώσεις, αποκαλύφθηκαν μπροστά στα μάτια μου, μερικές από τις κρυμμένες του πτυχές, από κείνες που επιμελώς κάλυπτε κάτω από το περίτεχνο σχήμα του. Ήτανε μια κλειστή συγκέντρωση, προς τιμήν του, πριν από χρόνια, σε μια από τις πάνω αίθουσες του Περισσού. Καμιά δεκαριά σειρές καθισμάτων κι ένα βήμα μπροστά. Παρόντες ήτανε στελέχη και μέλη του κόμματος, παλιά και καινούργια. Όλες οι γενιές των κομμουνιστών ήταν εκεί. Εκτός από το γνωστό, βασανιστικό κενό. Έλειπαν οι γενιές των σκοτωμένων.
    Ειπωθήκανε δυό σεμνά λόγια και κλήθηκε στο βήμα ο ποιητής. Ο Ρίτσος έκανε να σηκωθεί από το κάθισμά του κι αμέσως ξανάπεσε. Σαν να τον πρόδωσαν τα γόνατά του. Όταν τον κοίταξα στο πρόσωπο κατάλαβα. Ήτανε τεντωμένο. Τα χαρακτηριστικά του είχανε διασταλεί από μια τρομερή συγκίνηση. Συγκεντρώθηκε, ανασυντάχτηκε, πετάχτηκε πάνω και προχώρησε ευθυτενής προς το βήμα. Ανέβηκε με μια, σχεδόν χορευτική κίνηση, στάθηκε πολλή ώρα και κοίταξε κατάματα τους συντρόφους. Αμίλητος. Έσφιξε το στόμα του για να μη φαίνεται το τρεμούλιασμα των χειλιών του, κρατήθηκε γερά από γυάλινο αναλόγιο κι άρχισε να μιλάει:
    «Σύντροφοί μου, ειπώθηκε ότι μου χρωστάτε πολλά. Είναι λάθος. Εγώ χρωστάω σε σας. Και σας χρωστάω τα πάντα. Αν δεν είχα εσάς να με τραβάτε, τι θά ’μουνα τώρα! Αν δεν αγωνιζόμουνα κάθε μέρα να σας φτάσω ούτε μια λέξη δεν θα είχα βάλει στο χαρτί. Κι αν είχα βάλει, θα ήτανε άλλες λέξεις κι εγω θα ήμουνα άλλος άνθρωπος και δεν θα μπορούσα να σταθώ μπροστά σας και να σας μιλάω για την απέραντη ευγνωμοσύνη μου. Όταν το κορμί μου λιγοθύμαγε από τους πόνους, ποιοι με κρατούσαν παραμάσχαλα για να μην πέσω; Σε ποια μπράτσα ακούμπαγα τους αγκώνες μου για να μη λυγίσω; Από Σας σύντροφοί μου έπαιρνα τη δύναμη και πάλευα με τις λέξεις, ματωμένος μέχρι τα ξημερώματα, για να σκαλίσω στο χαρτί το μεγάλο μου «ευχαριστώ» και τη βαθειά μου αγάπη για τους ανθρώπους».
    Κι έτσι συνέχισε για κάμποση ώρα. Τα μάτια του ήτανε ολοδάκρυτα. Η φωνή του όλο πάθος, τρεμάμενη, σαν τεντωμένη χορδή. Ο αέρας στην αίθουσα είχε πήξει. Δάκρυα κυλούσαν στα χαρακωμένα πρόσωπα των μεγάλων. Οι νέοι είχανε μείνει άναυδοι, περιδεείς.
    Η ειλικρίνεια ήταν σπαρακτική. Το μάθημα απλό και άμεσο. Η ποιότητα και το ήθος του Κομμουνιστή-Ανθρώπου κατέκλυσε το χώρο και άλωσε τα μυαλά των συντρόφων.
    
Δεν ξέρω αν έχει μαγνητοφωνηθεί η ομιλία του εκείνη. Μεταφέρω τα λόγια του όπως χαράχτηκαν στη συνείδησή μου.

    27 Ιουλίου 2009