A Manual on Work and Happiness

Κώστας Βάρναλης

15.04.2016

Στιγμές και Εικόνες


    Πως φτιάχνεται καμιά φορά η ζωή σου, από τυχαίες στιγμές και εικόνες που βάζουνε σε τάξη τα πράγματά σου ενώ ξέρεις ότι θα μπορούσε κάλλιστα ποτέ να μην είχαν συμβεί! Πως εισβάλουν και θρονιάζονται στη συνείδησή σου άνθρωποι, χωρίς εσύ να το επιζητήσεις και χωρίς αυτοί ν’ απασχοληθούν ποτέ με την ύπαρξή σου! Λες και με κάποιο τρόπο προετοιμάζεσαι και τους περιμένεις!

    Στον πρώτο χρόνο της κινηματογραφικής σχολής, το 1953, σκαρφαλώναμε στα βράχια της Ακρόπολης, πάνω από το Ηρώδειο, ξάπλα στη χειμωνιάτικη λιακάδα και το ρίχναμε στο διάβασμα. Ο Χρήστος ο Δακτυλίδης, ο  Φώτης ο Μεσθεναίος, ο Τάκης ο Κανελλόπουλος, ο Ερρίκος ο Θαλασσινός……μόνο ο Χρήστος είναι τος ακόμα. Αυτός κι εγώ, ως μέλλοντες ηθοποιοί, διαβάζαμε δυνατά και καθαρά, δυό και τρείς ώρες μπροστά στους σκηνοθέτες κι ύστερα άρχιζε το κουβεντολόι και η κριτική. Ο Φώτης έβαζε σ’ αυτό το ρεφενέ, τον «Μεγάλο Μώλν» του Αλαίν Φουρνιέ και την «Ερόικα» του Πολίτη. Ο Τάκης έφερνε Ρεμπώ και Αραγκόν κι ο Ερρίκος τα «Γράμματα» του Ρίλκε και τα δικά του ποιήματα. Εγώ είχα πάντα μαζί μου «Το φώς που καίει» και «Την αληθινή απολογία του Σωκράτη» του μπαρμπα Κώστα του Βάρναλη.
Τι μανία με είχε πιάσει μ’ αυτόν τον άνθρωπο! Διάβαζα και ξαναδιάβαζα τη καθαρή του σκέψη, τον τρόπο του, πως γύρισε τη συνείδηση του γερο Σωκράτη τα μέσα όξω και τον έκανε να σκέφτεται σα φιλόσοφος υλιστής! Φανταζόμουνα πως θα’ τανε ο κόσμος αν ο Σωκράτης είχε συναντήσει τον Βάρναλη και πόσο αίμα θα είχε γλυτώσει ο κοσμάκης!
Μόλις πρίν λίγους μήνες το υπόδουλο κράτος μας, είχε σκοτώσει τον Μπελογιάννη. Κι εγώ είχα ένα βάρος μέσα στην καρδιά μου κι ένας κόμπος από καυτά δάκρυα, ήτανε έτοιμος να τιναχτεί με το πρώτο σκούντημα. Η απολογία του Μπελογιάννη μπροστά στο στημένο στρατοδικείο κι η, κατά Βάρναλη, απολογία του Σωκράτη μπροστά στους ξεπεσμένους Ηλιαστές, είχανε αγκαλιαστεί μέσα μου, είχανε αλώσει κυριολεκτικά το μυαλό μου.

    Ένα βράδυ κουτσοπίναμε στο φτηνό ταβερνάκι, στον υπόγειο θόλο του παλιού Πανεπιστήμιου, ο Δακτυλίδης, ο Πέτρος ο Λύκας, ο Γιώργος ο Νώτας………..η πολιτική κι η φιλοσοφία δίνανε και παίρνανε, το αίμα είχε ανάψει μέσα στα κεφάλια μας και μένα πιάνει το μάτι μου, σ’ ένα τραπεζάκι στο βάθος της καμάρας, δυό μεγάλους ανθρώπους, σοβαρούς, να τσουγκρίζουν τα ποτηράκια τους και να τα λένε. Ο ένας πρέπει να φόραγε φιόγκο στο λαιμό, προσεχτικά ντυμένος, πράος άνθρωπος, γλυκός. Ο άλλος όμως! Μ’ ένα μακρύ παλτό ανάρριχτο, γραβατωμένος, με το γελεκάκι του, μ’ ανάκατα τ’ άσπρα του μαλλιά, με το τεράστιο μέτωπο και τις φρυδάρες του και κάτι ποιητικές αυτούκλες ….. Κούναγε τα χέρια μ’ έναν αέρα κοσμοπολίτικο. Τέντωνε το κορμί του στην πλάτη της καρέκλας κι ύστερα έπεφτε μπροστά, με τους αγκώνες στο τραπέζι και μίλαγε φλογισμένα, με πάθος, λες και κείνο πού’ λεγε δε σήκωνε κουβέντα. Αποσβολώθηκα να τον κοιτάζω. Δεν ξέρω πως μού’ ρθε κι είπα φωναχτά, ετούτος εδώ είν’ ο Βάρναλης. Σταμάτησε να μιλάει, γύρισε και με κοίταξε. Τέντωσε τ’ αριστερό του φρύδι, το’ κανε σαν τη χορδή του τόξου που είν’ έτοιμο να σαϊτέψει. Τ’ αετίσιο του μάτι καρφώθηκε πάνω μου για ώρα. Μου κοπήκανε τα γόνατα. Είχα μουδιάσει. Γύρευε πως είμουνα έτσι χαμένος και ξαφνικά το πρόσωπό του ημέρεψε κι έβαλε τα γέλια. Ποιοι είσαστε σείς; Σπουδαστές του κινηματογράφου, σκηνοθέτες και ηθοποιοί. Α μπά! Και σείς οι Βεάκηδες θυμάστε τίποτα δικό μου; Όλα σας τα έργα τα ξέρουμε, του λέω, σας έχουμε για Δάσκαλό μας. Και πιάνουμε με το Χρήστο, τετράστιχο ο ένας, τετράστιχο ο άλλος και του λέμε τους «Μοιραίους». Άβγαλτοι ακόμα, πρωτάρηδες, μέχρι να το πούμε, σωθήκαμε. Αλλά είμαστε τόσο συγκινημένοι που φαίνεται πως κάτι πιάσαμε. Ο μπαρμπα Κώστας σηκώθηκε όρθιος με το ποτήρι στο χέρι, μεγάλη χαρά μου δώσατε απόψε, μας λέει, να μου ζήστε!. Και παράγγειλε να μας φέρουν κρασάκι και μεζέ. Μας κέρασε.
 
Μέρες πολλές μετά, δεν πάταγα στη γή. Φτερά είχα βγάλει και πήγαινα στις δουλειές μου χορεύοντας. Συνδυάζοντας διάφορες πληροφορίες, κατάληξα πως μάλλον με το Δημοσθένη το Βουτυρά τον είδαμ’ εκείνο το βράδυ.

    Τρία χρόνια μετά, το χειμώνα του 56, στο «Υπόγειο», στο θέατρο του Κούν, είχαμε χάσει τ’ αυγά και τα πασχάλια. Είχαμε ρέψει στα πόδια μας. «Τριαντάφυλλο στο στήθος», «Στάση Λεωφορείου» κι όταν μπήκε ο Δεκέμβρης, πρόβες για τον «Κύκλο με τη Κιμωλία». Ξενύχτι να δούνε τα μάτια σου! Βγαίναμε στη Σταδίου και δεν ξέραμε, μέρα είναι ή νύχτα! Κι από πάνου, η αφραγκία η άτιμη, να σπάει κόκκαλα! Το «Υπόγειο» αστροφωτισμένο! Ελύτης, Χατζιδάκις, Βακαλό, Γκάτσος, Καμπανέλλης, ο Κώστας ο Σταματίου, ο Τσαρούχης, ο Τζών ο Στεφανέλλης, ο Νικολάου, ο Σκιαδαρέσης, ο Καλλέργης, ο Διαμαντόπουλος…… ό,που σκοτεινή γωνιά, χωμένος εγώ να βλέπω και ν’ ακούω. Μάτι – πόδι – κι αυτί!  Μια μέρα βλέπουμε τον Κούν κίτρινο από το τσιγάρο και την αφαγανία, είχανε περάσει τρία μερόνυχτα στη δουλειά και δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του. Μαζεύτηκαν κάτι δεκάρες, μου λέει ο Λαζάνης τράβα μέχρι το Ιντεάλ να πάρεις κάτι να τον ταϊσουμε. Αρχές Δεκέμβρη, το κρύο τσουχτερό. Με βλέπει ο γερο Βλασσόπουλος, επ! μου κάνει, που πάς εσύ; Να πάρω τίποτα για τον κύριο Κούν, του λέω, θα πέσει χάμου. Γιατί; Τι έπαθε; Έχει να φάει τρείς μέρες. Κοκκάλωσε ο άνθρωπος. Περίμενε δώ, μου λέει. Δίνει διαταγή και βάζουνε σ’ ένα δοχείο με χερούλι, σούπα με κοτόπουλο μέσα, το τυλίγουνε σε μια χάρτινη σακούλα, τρέχα, μου λέει, και να μου φέρεις πίσω το συρφετάσι. Από μένα, να του πείς. Ούτε λεφτά ούτε τίποτα. Βγαίνω στο πεζοδρόμιο να φύγω και πέφτω απάνω σε ουρές! Πήχτρα ο κόσμος. Η διπλανή πόρτα ήτανε το άλλο Ιντεάλ, το θέατρο της Κατερίνας. Τι διάολο γίνεται; Πρωινή παράσταση; Πάω μέχρι την είσοδο του θεάτρου και βλέπω τον Μάνο τον Κατράκη, την Αλέκα την Κατσέλη κι άλλους ηθοποιούς που δεν ήξερα τα ονόματά τους. Πιο κεί τον μπαρμπα Βασίλη το Ρώτα, τον Κουκούλα, τον Βαρίκα κι άλλα σημαντικά πρόσωπα που τα γνώριζα από τις πρεμιέρες. Εκείνη την ώρα, άνοιξε διάδρομος και πέρασε μέσα η Κυρία Κυβέλη. Την είδα για πρώτη φορά ζωντανή μπροστά μου. Τον Κατράκη τον ήξερα λίγο, μού’ δειχνε μάλιστα μια συμπάθεια που μ’ έκανε πολύ περήφανο ενώ με την Αλέκα είχα περισσότερο θάρρος, την έβλεπα σα συγγενή μου, μια κι ήτανε και κείνη Κουνική. Τους χαιρέτησα και κόλησα πίσω τους για να μπώ μέσα στο θέατρο. Κατάμεστη η αίθουσα. Ολόκληρος ο πνευματικός κόσμος της Αθήνας. Όλη η αριστερή διανόηση. Τους περισσότερους τους ήξερα από πολιτική συμπάθεια.
Δεν περνάνε λίγα λεπτά και ξαφνικά γίνεται χαλασμός. Όρθιος ο κόσμος να χειροκροτάει, να φωνάζει, να μην ξέρει πώς να εκδηλώσει την αγάπη του για τον άνθρωπο που μπήκε. Πέρασε δίπλα μου. Με το ίδιο μακρύ του παλτό, με τα κάτασπρα μαλλάκια του, βουρκωμένος, ανέμιζε την καπελαδούρα του και χαιρέταγε τον κόσμο. Ο μπαρμπα Κώστας ο Βάρναλης! Ο μεγάλος ποιητής! Ο αγωνιστής! Ο πρώτος πνευματικός άνθρωπος του τόπου μας, που είχε το θάρρος, αμέσως μετά την Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, να στρατευτεί στο Λαϊκό μας Κίνημα και να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του και τη μεγάλη του τέχνη, στη χειραφέτηση του λαού, στη μόρφωσή του και στην κομμουνιστική προοπτική.
Εκείνη την ημέρα στο Ιντεάλ, οι λογοτέχνες γιορτάζανε τα πενήντα χρόνια, από τότε που εκδόθηκαν οι «Κερήθρες» του.

    Ευτύχισα να τον συναντήσω τέσσερες ή πέντε φορές μέσα στις δεκαετίες που πέρασαν και να ανταλλάξω λίγες κουβέντες μαζί του.

    Κοιτάχτε τώρα την κατάντια του τόπου μας!

    1987. Η Επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού περιοδεύει στις Ανώτερες Δραματικές Σχολές και εξετάζει τους τελειόφοιτους σπουδαστές. Σε μία από τις 20 περίπου που λειτουργούν, [όνομα και μη χωριό!], μέσα σε έναν εντελώς ακατάλληλο, στενό χώρο, οι άνθρωποι της Επιτροπής  βρίσκονται μπροστά σε τριάντα, παρακαλώ, αγόρια και κορίτσια, που περίμεναν εναγωνίως να εξεταστούν για να γίνουν ηθοποιοί. Όταν τέλειωσαν τα κομμάτια της Υποκριτικής, μαζεύτηκαν τα παιδιά, για κάποιες ερωτήσεις θεωρητικές γύρω από το θέατρο, τη λογοτεχνία  και την ιστορία τους. Ο Ηλίας ο Σιμόπουλος από την Εταιρεία Λογοτεχνών, κάνει τη θανατερή ερώτηση. Τι ξέρετε εσείς δεσποινίς να μας πείτε για τον Βάρναλη! Τι το’ θελε! Τά’ χασε η κοπέλα. Αρχίζει να ξεροβήχει, να κοιτάζει δεξιά-αριστερά για καμιά βοήθεια, στο τέλος το παίρνει απόφαση και το πετάει…. Δεν είμαι πρόχειρη! Η άλλη η δεσποινίς από κεί; Ο άλλος ο κύριος από δώ; Κανένας άλλος; Εσείς από πίσω; Τίποτα! Γκαγκουλίζανε τα παιδιά σαν τα βρέφη που πρωτοσχηματίζουνε φθόγγους. Ρε παιδιά για συγκεντρωθείτε! Δεν έχετε ακούσει ποτέ αυτό το όνομα; Όχι, ήρθε η απάντηση, δια βοής. Για προσπαθήστε να θυμηθείτε, επιμείνανε οι άνθρωποι, δεν είναι δυνατόν, μήπως έχετε τραγουδήσει κανένα τραγούδι του; Αυτό ήτανε! Μουσικός είναι, πετάχτηκε ένας φωστήρας.  Ο Σιμόπουλος λιποθύμησε! Τον Βασίλη τον έπιασε υστερικό γέλιο!  Εγώ είχα ιδρώσει από την αγωνία!

 Χωρίς άλλη κουβέντα, η Επιτροπή σηκώθηκε κι έφυγε. Αποφάσισε να μην προβιβάσει κανέναν απ’ αυτούς τους 30. Η Σχολή  βεβαίως αντέδρασε δυναμικά. Έστειλε τα παιδιά με πανώ διαμαρτυρίας κάτω από το Υπουργείο, στην Αριστείδου. Η Υπουργός θορυβήθηκε. Θα υπάρξει πολιτικό κόστος. ΄Εγγραφο στην Επιτροπή, να βάλει τη βάση και να περάσει όλα τα παιδιά. Με ομόφωνη απόφαση, η Επιτροπή παραιτήθηκε την ίδια μέρα.

Ο μπαρμπα-Κώστας ο Βάρναλης σηκώνει το φρύδι του και καγχάζει!
                    

                            Αθήνα 24 του Φλεβάρη 2006

                                Κώστας Καζάκος