A Manual on Work and Happiness

Η Ακρόπολη της Αθήνας και το Μουσείο της.

15.04.2016

        Το Μουσείο χτίστηκε. Στον παλιό στρατώνα του Μακρυγιάννη. Είναι πιά γεγονός. Σε λίγο θ’ ανοίξει τις πόρτες του στο κοινό. Μετά από καθαρό διεθνή διαγωνισμό, ανατέθηκε σ’ έναν Ιταλό αρχιτέκτονα. Σ’ έναν καλό αρχιτέκτονα κατά τεκμήριο. Το αποφάσισε άλλωστε μια διεθνής Επιτροπή ειδικών. Το ύφος και η αισθητική του κτιρίου, δημιούργησε τεράστια σύγχυση σ’ ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Στους γνωρίζοντες και στους απλούς ανθρώπους. Το ερώτημα που γεννιέται είναι κι αυτό απλό. Δεν φτάνανε οι έλληνες αρχιτέκτονες να μας σχεδιάσουν το καινούργιο Μουσείο; Το ελληνικότερο των Μουσείων; Όπως το Αρχαιολογικό; Τι θα μας κόστιζε αν βάζαμε δυό κολώνες στην είσοδο, να θύμιζε την Εθνική Βιβλιοθήκη και τ’ άλλα κτίρια της οδού Πανεπιστημίου; Εδώ, σ’ όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες, βλέπεις δημόσια κτίρια, με στοιχεία που να θυμίζουν την περίφημη Ελληνική Αρχαιότητα. Τον Κλασικό Ελληνικό Πολιτισμό. Κι εμείς! Θα κλείσουμε τα γλυπτά του Φειδία και ολόκληρα κομμάτια από τα ωραιότερα αρχιτεκτονήματα του κόσμου, σε μια σύγχρονη σκοτεινή φυλακή;
    Αλλά ο γέγονε, γέγονεν. Τώρα δεν γκρεμίζεται. Ας τ’ αφήσουμε αυτό. Κι ας δούμε πιο βαθειά, την ουσία του ζητήματος.
    Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, με το νόμο που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και με την πλήρη αντίθεση όλων των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, θα λειτουργήσει ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με απόλυτο Άρχοντα τον Υπουργό Πολιτισμό ο οποίος θα διορίζει τα Διοικητικά Συμβούλια, τους Προέδρους και τους γενικούς Διευθυντές και θα έχει τον απόλυτο έλεγχο και την ευθύνη για τη διαχείριση των πολυτιμότερων αρχαιολογικών ευρημάτων της χώρας. Όποιος Υπουργός τύχει κάθε φορά. Ικανός ή ανίκανος, πολιτισμένος ή απολίτιστος, γνώστης ή αδαής, έντιμος ή φαύλος, πατριώτης ή ξενόδουλος.
Αποκόπτεται δηλαδή το Μουσείο της Ακρόπολης και τα γλυπτά που θα περιέχει, από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Εφορεία του Ιστορικού Βράχου. Φεύγει η ευθύνη από τα χέρια των ανθρώπων που με αυτοθυσία και ηρωισμό, επί δύο αιώνες τώρα, αντιμέτωποι πάντα, με την αναλγησία του Ελληνικού Κράτους, ανάσκαψαν, ανέσυραν από τη γή, καθάρισαν προσεκτικά, ταξινόμησαν, χρονολόγησαν και κυρίως ερμήνευσαν τα πολυτιμότερα αυτά έργα, του Κλασικού Ελληνικού Πολιτισμού.
Κι αυτό γιατί; Γιατί θέλουν, λένε, να γίνει το καινούργιο Μουσείο, ένα σύγχρονο μουσείο, όπως όλα τα μεγάλα μουσεία του Δυτικού Κόσμου και ν’ αποκτήσει την ευελιξία που χρειάζεται, στην προβολή, την διαχείριση και την αξιοποίηση των αρχαιολογικών μας θησαυρών. Και σ’ αυτό, είναι απαραίτητο, λένε, το σύγχρονο management. Μόνο ένας ικανός  manager μπορεί να πετύχει αυτό το στόχο. Με ανταλλαγές, με περιοδικές, διαρκείς ή έκτακτες εκθέσεις των γλυπτών στο εξωτερικό και μετατρέποντας το Μουσείο της Ακρόπολης σε έναν σύγχρονο εκδηλωσιακό πολυχώρο, με εικαστικές εκθέσεις, με μουσικά συγκροτήματα, με καφετέριες και μπαράκια ώστε να γίνει ένας χώρος ελκυστικός για την προσέλκυση περισσότερων επισκεπτών και φυσικά περισσότερων εσόδων.
Έτσι όμως προσελκύεται «πελατεία». Προσελκύονται οι «τουρισταί», όπως έλεγε και ο αλήστου μνήμης Ανδρουτσόπουλος. Οι Έλληνες όμως και η Νεολαία τους δεν είναι «τουρισταί». Τα Αρχαιολογικά μας Μουσεία είναι χώροι αυτοσυγκέντρωσης, δέους και αυτογνωσίας. Κι επειδή η Τέχνη απευθύνεται ατομικώς, χρειάζεται συνειδήσεις προετοιμασμένες για να δεχτούν τα μηνύματά της. Κι αυτό είναι ευθύνη της Παιδείας. Η πλειονότητα όμως της σημερινής νεολαίας μας, ανελλήνιστη και ανιστόρητη σε βαθμό κακουργήματος, προσέρχεται στα μουσεία, δίκην εκδρομής. Τα έργα της Κλασικής Αρχαιότητας  παραμένουν ερμητικά κλειστά. Άλαλα.
Είναι φανερό ότι για να διορθώσουμε αυτό το κακό, για να εξαλείψουμε την πραγματική και την πνευματική φτώχεια που λεηλατούν το Λαό μας και κυρίως τα παιδιά μας, χρειάζεται να βάλουμε σε άλλα θεμέλια την Πολιτεία μας. Χρειάζεται άλλη κατεύθυνση της κοινωνίας μας συνολικά. Χρειάζεται κατεύθυνση προς το Σοσιαλισμό και τον Κομμουνισμό. Αλλά ας τ’ αφήσουμε κι αυτό.
Με ποιά μεγάλα μουσεία του Δυτικού Κόσμου θέλουν να ομοιάζει το Μουσείο της Ακρόπολης; Σε καμιά πρωτεύουσα της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής δεν υπάρχει Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Υπάρχουν μουσεία Εθνολογικά. Εκθέτουν κάτι μεσαιωνικά διπλόκαρα, με ομοιώματα αγροτών, με χειροτεχνήματα και σκαπτικά εργαλεία. Τα μεγάλα τους μουσεία που έχουν αρχαιολογικούς θησαυρούς, προέρχονται από τη λεηλασία των λαών της Ανατολής, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής από τους αιώνες της Αποικιοκρατίας, είναι μουσεία συλλογών, όπως λέγονται και δεν έχουν καμία συνάφεια με το Μουσείο της Ακρόπολης. Τα δικά μας μουσεία έχουν συγγένεια μόνο με το Μουσείο του Καϊρου, με τα Ρωμαϊκά της Ιταλίας, που τα σπουδαιότερα εκθέματά τους είναι αντίγραφα των ελληνικών έργων, της Ινδίας και της Κίνας και βεβαίως με το περίφημο Μουσείο της Μεσοποταμίας, στη Βαγδάτη, αυτό που λεηλατήθηκε πρόσφατα και πλούτισε τις ιδιωτικές συλλογές των «πολιτισμένων» Αμερικανών.
Το Μουσείο της Ακρόπολης δεν είναι μουσείο αποικιοκρατικού τύπου. Ο Ελληνικός Κλασικός Πολιτισμός και για να ακριβολογούμε, ο Πολιτισμός της Αρχαίας Αθήνας, είναι ο μόνος Αρχαίος Πολιτισμός που γεννήθηκε στο καθεστώς της περίφημης Άμεσης Δημοκρατίας της Πνύκας. Της Εκκλησίας του Δήμου. Όλοι οι άλλοι πολιτισμοί χάθηκαν στο σκοτάδι της Ιστορίας, γιατί είχαν γεννηθεί κάτω από τυραννικά καθεστώτα. Ο πολιτισμός τους ήταν στην αποκλειστική χρήση του Βασιλιά και του Ιερατείου. Ο λαός ζούσε στο μαύρο σκοτάδι. Γι αυτό το λόγο, κανένας λαός, τα μεταγενέστερα χρόνια μέχρι σήμερα, δεν επεδίωξε να οργανώσει την Πολιτεία του στα χνάρια των Ασσυρίων, των Χετταίων, των Βαβυλωνίων, των Περσών ή των Αρχαίων Αιγυπτίων. Όλοι όμως υπερηφανεύονται ότι στηρίζουν την Κοινωνία τους πάνω στις Αξίες και τις Αρχάς του Ελληνικού Κλασικού Πολιτισμού. Με όλες τις αλλοιώσεις, τις παραχαράξεις και τα υποκατάστατα που βλέπουμε σήμερα.
Οι Έλληνες, δηλαδή οι άνθρωποι που είχαν την τύχη να γεννηθούν σ’ αυτή τη μικρή χερσόνησο, με τα χίλια τόσα νησιά, μεγάλωσαν, έζησαν και πέθαναν ανάμεσα στα αγάλματα και στις σπασμένες κολώνες του Αρχαίου τους Πολιτισμού. Οι εξαθλιωμένοι αυτοί Έλληνες που έζησαν δυό χιλιάδες χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης δουλείας, από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση μέχρι το 1821, κατόρθωσαν να επιβιώσουν, να διατηρήσουν τη γλώσσα τους , τη μνήμη της Ιστορίας τους, της Φιλοσοφίας, της Επιστήμης και της Τέχνης, επειδή ένοιωθαν να κυλάει κάτω από τα πόδια τους, σαν υπόγειο ποτάμι, αυτός ο Ανθρωποκεντρικός Πολιτισμός. Από εκεί αντλούσαν την αισθητική καλλιέργεια και την ευγένεια των αισθημάτων που χαρακτηρίζει το Λαό μας, ακόμα κι όταν βρίσκεται στα σκοτάδια της δυστυχίας και της αμάθειας. Από εκεί αντλούσαν δύναμη και κουράγιο και συνέχισαν να ζούν και να αγωνίζονται.  Ο Αρχαίος Πολιτισμός δεν υπήρξε ποτέ για τους Έλληνες ζήτημα τουριστικού ενδιαφέροντος. Υπήρξε πάντα μια ζωντανή παρουσία που έδινε το νόημα και το περιεχόμενο στη ζωή τους. Έτσι κατόρθωσαν να περισώσουν ότι περισώθηκε από τη λαίλαπα του Ρωμαϊκού Χριστιανισμού.
Κορυφαία απόδειξη αυτής της αλήθειας είναι ο πατριωτισμός των Αγωνιστών στη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης, στα χρόνια της Επανάστασης. Έστελναν μπαρουτόβολα στους Τούρκους που ήταν οχυρωμένοι στο κάστρο, για να μη χαλάνε τις κολώνες του Παρθενώνα και παίρνουνε το μολύβι που ήτανε χυμένο μέσα. Οι ξεβράκωτοι αυτοί και εξαθλιωμένοι γίγαντες, προτιμούσαν να τους σκοτώσουν με τα ίδια τους τα βόλια, προκειμένου να υπερασπιστούν την Εθνική τους Κληρονομιά, αυτό το πολυτιμότερο αγαθό της ζωής τους.
Περάσανε δυό αιώνες από τότε. Τη συνέχεια αυτής της βαθειάς συναίσθησης ευθύνης, της ευγένειας των αισθημάτων και του αγνού πατριωτισμού την κράτησαν οι Αγωνιστές του Λαού μας, δηλαδή οι Έλληνες Κομμουνιστές. Αλλ’ αυτό δεν είναι της ώρας. 
Έχουμε όμως και τους Έλληνες Αρχαιολόγους. Από το 1834 φωτισμένοι διανοούμενοι, διαφωτιστές, δημιούργησαν εξ ιδίων την Αρχαιολογική Εταιρεία κι άρχισαν να ανασκάπτουν την ελευθερωμένη Ελλάδα για να φέρουν στο φώς και να διασώσουν τους αρχαιολογικούς μας θησαυρούς. Οι πρώτοι επιστήμονες αρχαιολόγοι που βγήκαν από το παλιό μας Πανεπιστήμιο, έδειξαν αυταπάρνηση και αυτοθυσία που έφτανε στα όρια του ηρωισμού, απέναντι σ’ ένα ξενόδουλο κράτος που ήταν βυθισμένο στην πιο βαθειά υποτέλεια και εξάρτηση, άλλοτε φοβερίζοντας κι άλλοτε παρακαλώντας με δάκρυα στα μάτια, τους διάφορους πολιτικούς ηγέτες, για να εξασφαλίσουν πέντε δεκαρούλες και να συνεχίσουν τις ανασκαφές και τη διάσωση των ευρημάτων. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν επιτελέσει τεράστιο εθνικό έργο στους δύο αιώνες που μεσολάβησαν και κατόρθωσαν να επιβληθούν στη συνείδηση του ελληνικού Λαού ως ο μόνος θεσμός, που δεν παρασύρθηκε στη γενική σήψη και στη διαφθορά που μαστίζει την ελληνική κοινωνία. Ο Λαός μας ξέρει ότι οι αρχαιολογικοί μας θησαυροί είναι σε καλά χέρια. Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ξέρει ότι δεν χωράει ούτε πίεση ούτε μέσον ούτε λάδωμα. Και ξέρει ότι οι μακροχρόνιες καθυστερήσεις και τα προβλήματα των απαλλοτριώσεων, είναι προβλήματα γραφειοκρατίας και κρατικής αδιαφορίας. Για τους αρχαιολόγους μας είμαστε υπερήφανοι. Το Μουσείο της Ακρόπολης όμως, το σημαντικότερο από τα Μουσεία μας, το αφαιρούν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, προς χάριν των managers.
 Τους managers όμως τους πλήρωσε πρώτος και καλλίτερος ο Πολύκλειτος. Έφτιαξε το Θέατρο της Επιδαύρου, ένα κόσμημα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που με την αυτοθυσία μεγάλων πρωτοπόρων του Νεοελληνικού Θεάτρου, καθιερώθηκε στη συνείδηση του Λαού μας ως τόπος ιερός, όπου θα ακούγεται, τα ελληνικά καλοκαίρια, ο περίφημος Αττικός Λόγος. Τα κορυφαία, δηλαδή, επιτεύγματα της παγκόσμιας Δραματικής Ποίησης.  Ε λοιπόν, αυτόν τον χώρο, το σύγχρονο management, τον μετέτρεψε σε χώρο ασχημοσύνης και ασέβειας.

Πρέπει να αντιληφθούμε κάποτε ότι ο Φειδίας και ο Ικτίνος δεν έχουν ανάγκη να τους αναδείξουν οι managers. Η Ακρόπολη αναδεικνύει εμάς. Εμείς έχουμε ανάγκη την Ακρόπολη. Δεν μας έχει Αυτή. Εμείς πρέπει να «παιδευτούμε», κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να μπορέσουμε να φέρουμε στους ώμους μας με αξιοσύνη, το βάρος αυτής της μοναδικής παγκόσμιας κληρονομιάς.