A Manual on Work and Happiness

Στην Πετροπέρδικα από τις Μυκήνες.

30.05.2016

    Αρχοντοπούλα μου εσύ, Κυρά μου Μυκηναίισα, κόρη του Αγαμέμνονα, εγγονή του Ατρέα και του Τυνδάρεω, ανεψιά των Διοσκούρων, του Κάστορα και του Πολυδεύκη και κείνης της συφοριασμένης Καλλονής, της μαρτυρικής Ελένης, αιώνες κι αιώνες τώρα ορθώνεται μεσ’ το μυαλό μας η βροντερή φωνή σου, ακούμε τα κλάματα και τις οιμωγές σου, τον οδυρμό και το θρήνο σου, για τον σφαγμένο Πατέρα, για τον εξόριστο Αδελφό και για τη σαπίλα που βασιλεύει μεσ’ το παλάτι κι έχει εξαθλιώσει το λαό της μεγάλης και τρισένδοξης Αργολικής πρωτεύουσας. Το υπεράνθρωπο πάθος σου, η άσβηστη φλόγα της εκδίκησης, της κάθαρσης και της τιμωρίας, η απόλυτη αυταπάρνησή σου, το απόλυτο ασυμβίβαστο της μνήμης σου, η μαρτυρική προσμονή της γλυκιάς φωνούλας του χαμένου Αδελφού, που λειώνει τα νιάτα του στην ξένη γή, κυνηγημένος από την κακούργα Μάνα κι όλο είναι να γυρίσει για ν’ αναστήσει την τρυφερή σου την καρδιά και ν’ αποκαταστήσει τη ζωή στα δίκαιά της.
Αιώνες τώρα, μαζί με τ’ άλλα φαντάσματα του ανθρώπινου μυαλού, μαζί με τον Προμηθέα, τον Οιδίποδα, την Αντιγόνη, τον Αίαντα, τον Φιλοκτήτη, τη Μήδεια και άλλους μισοθεούς-μισοανθρώπους, έχετε στοιχειώσει τη ζωή μας και μας έχετε περιζώσει, λες κι είσαστε εσείς οι πρώτοι δορυφόροι του πλανήτη Γή και σπρώχνετε τους ανθρώπους να ξεφύγουν από τη ζωώδη Φύση και τη βαρβαρότητά της, να ξεπεράσουν το φράγμα του Φόβου και της Υποταγής, να φτάσουν στα ακραία σύνορα του μυαλού τους και να ζήσουν μαζί σας, στον κόσμο της Ελευθερίας. Στον κόσμο της Δικαιοσύνης, της Ισότητας και της Αρμονίας. Αιώνες τώρα οδηγείτε των ανθρώπων τα βήματα, στο κακοτράχαλο μονοπάτι του Εξανθρωπισμού.
    Κι ύστερα ήρθανε 1500 χρόνια βαριάς σκλαβιάς και άγριας υποδούλωσης. ΄Ηρθε η βάρβαρη Εβραίικη μυθολογία με τη Βίβλο και με τη Διαθήκη της, με το Γιεχωβά της, τον άπλυτο Αβράμη της και τους άξεστους νομάδες της Αραβικής Ερήμου και στήριξαν το Νέο Ρωμαϊκό Κράτος της Ανατολής του Κωνσταντίνου και της μάνας του της Ελένης. Σας βούλωσαν το στόμα και τα ρουθούνια σας, με άγρια γιδότριχα. Σας κυνήγησαν, σας γκρέμισαν, σας ξέσκισαν, σας έθαψαν, σας εξόρισαν από την Κοινωνία των Ανθρώπων, με ζωώδη μανία. Ορφάνεψε ο κόσμος, χάθηκε η πάμφωτη παρουσία σας, πισωγύρισε η ζωή μας στις σπηλιές και στις τρώγλες, σκοτείνιασε το μυαλό, πνίγηκε μέσα στις δεισιδαιμονίες και στις προλήψεις, κόντεψε ν’ αφανιστεί το είδος από το πρόσωπο της Γής, όπως τότε, στα χρόνια του Προμηθέα. Εμείς οι κακόμοιροι οι Έλληνες χάσαμε και τ’ ονομά μας ακόμα, πήραμε τ’ όνομα του κατακτητή, γινήκαμε Ρωμιοί, δηλαδή Ρωμαίοι.
    Κι ήρθατε πάλι, όσοι απομείνατε ζωντανοί, σκίσατε πάλι, σαν Έρωτας, το Έρεβος και σα νιογέννητος Ήλιος ανατείλατε στη ζωή μας. Καμάρια μας και Περηφάνια μας.
    Ηλέκτρα μου εσύ γλυκιά, Φάος μου εσύ αγνόν, χρόνια και χρόνια στριφογυρίζω μπροστά στα σκαλοπάτια του Οίκου σου, ακούω λιονταρίνα μου τους βρυχηθμούς σου, οσφραίνομαι τη δριμιά μυρουδιά της Ανυπακοής και της Αντίστασής σου κι ανασαίνω μαζί σου, τη βαριά σαπίλα που αναδύεται από το παλάτι της Αυθαιρεσίας, της Ανομίας και του Εγκλήματος, της Ακαθαρσίας και της Διαφθοράς. Τις μακριές νύχτες της αγρύπνιας σου, στέκω βουβός και κατάπληκτος, μπροστά σε Σένα την Αιώνια, την Αθάνατη, την Ανύπαρκτη, άνθρωπος εγώ, της μιάς ζωής!
    Έτσι και τώρα Κοκώνα μου, σε σένα έρχομαι ν’ αποθέσω την αγωνία μου, να πώ το παράπονο και την πίκρα μου, για όσα συμβαίνουν στους χαλεπούς καιρούς μου.
    Εξυφαίνεται μια νέα συνομωσία Αστέρι μου!
    Καμπόσοι παρδαλοί, βαλθήκανε να μας πείσουν ότι είσαστε φουστίτσες και ζιπουνάκια και σας κόβουνε στα μέτρα τους. Σώνει και καλά ότι είναι το αίτημα της εποχής και πρέπει να σας κάνουνε απλούς καθημερινούς ανθρώπους, σαν και μας τους κακομοίρηδες που λυγάμε τη μέση μας ολημερίς και σκύβουμε το κεφάλι, περιδεείς, μπροστά σε όλες τις εξουσίες. Μικρές και μεγάλες. Αφήστε, μας λένε, τις βλακείες περί «αξεπέραστων μεγεθών» και περί της «ανυπέρβλητης ποίησης» των Αρχαίων σας! Μας έχετε γανώσει το κέρατο με τα μνημεία του αρχαίου σας Λόγου. Μας φτάνει και μας περισσεύει ένας Σαίξπηρ για την Ευρώπη! Τους Αττικούς δεν τους θέλουμε! Μας δημιουργούν σύγχυση. Ξεσκεπάζουν την ασυδοσία και την απανθρωπιά της Κεφαλαιοκρατίας μας, ανατρέπουν την Οικονομική μας Ολιγαρχία και τινάζουν στον αέρα τα θεμέλια της Παγκοσμιοποιημένης Νεοφιλελεύθερης Οικονομίας μας. Είναι ορκισμένοι εχθροί μας. Ξυπνάνε τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Να είσαστε ευχαριστημένοι που σεβόμαστε, όπως σεβόμαστε, τα αρχιτεκτονικά τους μνημεία. Τους γκρεμισμένους ναούς με τις άσπρες, σπασμένες κολώνες τους.
    Κι αρχίσανε να γκρεμίζουνε τα τείχη των παλατιών σας, να ρίχνουνε τους πύργους και τις πολεμίστρες, να μπαίνουνε μέσα στην «Πολιτεία» και να ποδοπατάνε με τ’ άπλυτα πόδια τους πάνω στα παιδεμένα σας κορμιά.
    Πιάνουνε κείνο το φλογερό κορίτσι, την αδελφούλα σου την Ιφιγένεια και την παρασταίνουνε σαν ένα χαμένο παιδί, ανίδεο, που κλαίει και δέρνεται απελπισμένο και στο τέλος, θέλοντας και μη θέλοντας, αφήνεται μισολιπόθυμη να τη σύρουν στη σφαγή.
    Ξέρεις όμως, Αηδόνα μου, ότι μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα των Γερμανών και των Γερμανοτσολιάδων, στήθηκε κόσμος και κόσμος! Κάποιοι χάνανε το κουράγιο τους και πέφτανε στα λυγισμένα τους γόνατα, μισολιπόθυμοι από τον τρόμο του θανάτου, σαν την Ισμήνη και σαν τη Χρυσόθεμη κι άλλοι, σαν εσένα και σαν την Αντιγόνη, ορθώνανε το κορμί τους, σκίζανε το ματωμένο τους πουκάμισο και φωνάζανε: «Εδώ βαράτε, βάρβαροι Ούνοι! Ζήτω η Ελλάς!» ή «Ζήτω ο ΕΛΑΣ!». Και μένανε ολόρθοι μπροστά στο θάνατο. Έτσι όπως έκανε κι η αδελφούλα σου, η Ιφιγένεια. Αφού κατέβηκε μέχρι το τελευταίο σκαλοπάτι της απόγνωσης, αφού ύμνησε ανέλπιδα τη χαρά της ζωής, στο τέλος έδωσε μια, ξεπέρασε σαν αστραπή τα φράγματα του φόβου, σηκώθηκε στ’ ακροδάχτυλα, αγκάλιασε τη Μάνα Ελλάδα κι αποχώρησε μαζί της θριαμβεύτρια.    
    Εσείς μας τα μάθατε αυτά, Αμαζόνα μου!
    ΄Ενας άλλος έπιασε την Αρχοντοπούλα της Θήβας, την υπέροχη Αντιγόνη και την έβαλε να χοροπηδάει σαν ζαλισμένο κοτόπουλο, ανάμεσα σ’ ένα αλλοπρόσαλλο πλήθος ανθρώπων, που βολόδερνε μέσα στο νταμάρι της Πετρούπολης, άλλοι πηγαίνανε από δώ, άλλοι ερχόσαντε από κεί, άλλοι τρέχανε πάνω στα βραχάκια, άλλοι, ξαφνικά, ξαπλώνανε ανάσκελα κι άλλοι τρέχανε γύρω γύρω και προσέχανε οι κακόμοιροι να μην ξενυχιάσουνε τους άλλους που ερχόσαντε κατά πάνω τους. Κι αφού στριφογυρίζανε κάμποση ώρα, χωρίς λόγο κι αφορμή, ακούστηκαν οι δυό αδελφές να προσπαθούν να πούνε τα λόγια του Προλόγου, κυνηγώντας η μία την άλλη μέσα στο πλήθος. Κι ένας ανάμεσά τους, λίγο απόμακρος αυτός, ντυμένος μ’ ένα ρούχο, λές και πήγαινε να κυνηγήσει αλεπούδες στον Ελικώνα, άρχισε να λέει τα λόγια του καινούργιου βασιλιά, του Κρέοντα.
    Τι σόι άνθρωποι ήτανε όλοι αυτοί; Παραγιοί και παρακόρες για δουλειές του ποδαριού και για θελήματα. Με φωνούλες αδύνατες, αδούλευτες γι αυτό το είδος. Κι ύστερα, ο άρχων σκηνοθέτης, έβαλε την άμοιρη κοπέλα, την Αντιγόνη, την ώρα που έπρεπε να παίξει το μεγάλο μονόλογο και ν’ αποχαιρετήσει τη ζωή και τον απάνω κόσμο, δηλαδή πάνω στην κορυφαία ποιητική δόξα του Σοφοκλή, την έβαλε ο περινούστατος να κάνει γυμναστικές ασκήσεις. Μια κολοτούμπα εδώ, μια ρόδα παραπέρα. Τι είδαν τα μάτια μας! Τη βασίλισσα Ευρυδίκη που έγινε Ευρυδίκος ή το μάντη τον Τειρεσία που βαρέθηκε να παρουσιαστεί στο νταμάρι κι έστειλε την κυρία του!
    Γι αυτήν την οργανωμένη ανατίναξη της Αντιγόνης, επιστρατεύτηκε ένας θεατρομάστορας δικός μας, από τους ικανούς, που έχει καταφέρει να εκτιμηθεί και να τιμηθεί η δουλειά του από το Κοινό, ώστε να παρασύρει τώρα αυτό το Κοινό και να παρακολουθήσει παθητικό και μοιραίο, την αποδόμηση και την ελαχιστοποίηση του Σοφοκλή.
Επειδή μικρύναμε οι άνθρωποι στις μέρες μας, θέλουνε να μικρύνουνε και σας, να σας φέρουνε στα μέτρα μας. Μας λένε δηλαδή, οι ανελλήνιστοι, ότι θα στρίψουμε στο σοκάκι της γειτονιάς μας και θα πέσουμε πάνω στην Ιφιγένεια και στην Αντιγόνη, στην Ηλέκτρα και στον Ορέστη! Κι ότι μπορούμε να δούμε ολοζώντανο τον Προμηθέα και τον Οιδίποδα να πίνουνε το φραπέ τους στην απέναντι καφετέρια! Κούνια που τους κούναγε!
    Σ’ αυτή τη συνομωσία επιστρατεύτηκε και μάγος σκηνοθέτης εξ Εσπερίας! Ένας Σάυλωκ του καιρού μας, που τον χρυσώνουν οι οργανωτές της συνομωσίας για να τρώει τις σάρκες των ποιητών μας. Έβγαλε πρώτα τα μάτια του Αισχύλου με την Ορέστεια, άρπαξε μετά τη Μήδεια του Ευρυπίδη και την έκανε σαν μια φτηνοταινιούλα του ιταλικού κινηματογράφου.  
Τώρα θα πληρώσει τη νύφη ο Σοφοκλής. Θα ασελγήσει πάνω στο βασανισμένο σου κορμί, Μυκηναίισα Καλλονή μου!
Αυτός ο κοινοβιάρχης ξενοδόχος της ρωμαϊκάς εξοχής, σε βρίζει από τώρα, μ’ ένα στόμα απύλωτο. Είσαι, λέει, μια μονόχνωτη μανιακή που αγαπάς τον πατέρα σου και μισείς τη μητέρα σου κι ότι αυτό είναι όλο κι όλο το έργο του Σοφοκλή. Και σε βαριέται, λέει, θανάσιμα. Πλήττει, λέει, μαζί σου. Είπε ακόμη ότι είσαι υστερική. Μια κλινική περίπτωση δηλαδή, για το Δρομοκαϊτειο. Τις τελευταίες μέρες, λίγο πριν από την παράσταση στην Επίδαυρο, σε αποκάλεσε και «μουζαχεντίν». Ότι είσαι, λέει, μια βάρβαρη που πρεσβεύεις το «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος».
Τι γίνεται ‘δώ; Δεν ξέρει να διαβάζει ο «σοφός» αυτός ή θέλει πονηρά να μας πείσει ότι είσαι μια φανατική εβραία σιωνίστρια, πατριώτισσά του; Ποια; Εσύ! Η πάμφωτη Ελληνίδα. Δεν διάβασε στους 575 στίχους τα λόγια που λές στην κακούργα τη μάνα σου και στις ψευτοπροφάσεις της για την Ιφιγένεια;
«Ο πατέρας μου ήταν αντίθετος στου στρατού τη θέληση
        κι αφού πάλεψε σκληρά, αναγκάστηκε στο τέλος να τη θυσιάσει
        κι όχι για χάρη του Μενέλαου.
Αλλ’ ας δεχτούμε ότι όλα γινήκαν όπως τα λές εσύ,
        έπρεπε γι αυτό να τον σκοτώσεις;
        Με ποιό Νόμο;
        Πρόσεξε, μήπως φέρνοντας τέτοιο νόμο στους ανθρώπους
        φάς το κεφάλι σου και μετανοιώσεις πικρά.
        Γιατί, αν εκτελούσαμε όποιον σκότωνε,
        συ πρώτη θα πέθαινες άν δικαζόσουν.
    Πως θ’ ακουστούν άραγε αυτά σου τα λόγια στην Επίδαυρο! Θα τα κόψει ή θα βάλει τους άμοιρους ηθοποιούς να τα πούνε με τέτοιο τρόπο, που θα είναι σα να μην τ’ ακούσαμε. Αλλιώς πως θα σε βγάλει φονταμενταλίστρια μουζαχεντίν;
    Αντιλαμβάνεσαι Αρχόντισσά μου Αργίτισσα, το τι σε περιμένει! Θα σε ζουπήξει, θα σε συρρικνώσει, θα σε κάνει μια σταλιά γυναίκα. Όχι γιατί είναι βλάξ και ηλίθιος! Δεν μπορεί να είναι! Απλώς παίρνει εμάς τους ιθαγενείς για βλάκες και ηλιθίους! Με τη δουλοφροσύνη, σου λέει, που δέρνει τους νεοέλληνες, θα μπούνε στην ουρά, ξυπόλυτοι και ξεβράκωτοι και θα με ζητωκραυγάζουν, όπως κάνανε τότε, με τον Όθωνα.
Ήδη, ο εσμός των παρδαλών, λίποθυμάει από συγκίνηση, που συγχνωτίζεται με τόσους διάσημους ευρωπαίους. Δεν κρύβεται η χαρά τους. Κάνουνε σαν τις παλιές πεινασμένες πουτάνες, όταν βλέπανε να καταπλέει στον Πειραιά ο αμερικάνικος στόλος.
     Και σένα, ποιός θα σε προστατέψει, Αγαπημένη μου! Χάθηκαν οι ποιητές μας, χάθηκαν οι φιλόσοφοι, χάθηκαν οι προφεσόροι, λούφαξαν οι ακαδημαϊκοί μας, αγρόν αγόρασαν όλοι και σπέρνουνε κουκιά.
    Πως θ’ ακουστεί άραγε, μέσα στο Αργίτικο Θέατρο, εκείνη η κραυγή της αγωνίας σου, όταν λές:
    Εγώ την έχασα τη ζωή μου, καρτερώντας ανέλπιδα
            Κι άλλο πιά δεν αντέχω!
    Και σύσσωμος ο χορός που σου παραστέκει ολόψυχα, σου λέει στη δεύτερη στροφή:
            Δεν είσαι συ μόνη, παιδί μου
            που χτυπήθηκες απ’ αυτή τη συμφορά
            κι ας είσαι η μόνη από τις αδελφές σου
            που τραβάς τα πάνδεινα μεσ’ το παλάτι.
            Κι ο Ορέστης που τρώει τα νιάτα του στην ξενιτειά
            θα ‘ρθει η μέρα, σαν γυρίσει στην πατρίδα,
            με του Διός τη θέληση,
            που ευτυχισμένο Άρχοντα θα τον υποδεχτεί
            η τρισένδοξη γή των Μυκηναίων.
    Αλλ’ ο Ορέστης για σένα είναι κοντά. ΄Εχει έρθει.
            Και συ πατρίδα μου γλυκειά
            και σείς θεοί του τόπου μου,
            καλή τύχη να δώστε στο δρόμο που πήρα
            και συ πατρικό μου παλάτι, για σένα έρχομαι
            δίκη καθαρτής, προς θεών ωρμημένος.
    Αλλ’ ας μην το παρακάνω και γώ! Είπαμε, άνθρωπος θνητός της μιάς ζωής αλλ’ ας μην απελπίζομαι! Μου φτάνει πως Εσύ και πάλι θα σωθείς, καρδιά της καρδιάς μου κι αγκαλιά με τον Ορέστη σου, θα συνεχίσεις, αιώνες κι αιώνες, να περιζώνεις σαν Ήλιος τη Γή και να καταυγάζεις τους ορίζοντες του μυαλού μας.
        7 Αυγούστου 2007